Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Οι μύθοι των μπαγιάτηδων

loading...

Το καφενείο ενός Μπαγιάτη, σφηνωμένο στη λοξοδρόμηση πάνω από την Παναγία Δέξα, λένε πως ήταν αιτία κι αφορμή να ονομαστούν μπαγιάτηδες οι Θεσσαλονικείς, επειδή στο χώρο εκείνον, που αργότερα μεταφέρθηκε απέναντι από τη Βίλλα Μπιάνκα στη Σοφούλη, αναδιδόταν μεγάλη γκρίνια, κύριο χαρακτηριστικό των σχολιαστών στους καφενέδες της πόλης.

Αλλη εκδοχή θέλει τα πρόσωπα των Θεσσαλονικέων να αποπνέουν μια μοιρολατρία, έναν αρνητισμό, μια μονοχνοτιά, δηλαδή ένα μπαγιατιλίκι, κι όπως λέμε εμείς οι Βόρειοι «χαμουτζήδες» τους νότιους Ελληνες, έτσι κι αυτοί μας βλέπουν και πιάνεται η καρδιά τους από τη στριμάρα που συναντούν.

Ωστόσο οι «μπαγιάτηδες» είναι παρωνυχίδα, υπότιτλος, άσημη λεπτομέρεια μπροστά στην καταιγίδα των παραπόνων της πόλης εναντίον του ελληνικού Νότου. Αξίζει τον κόπο να διατρέξουμε τη ναρκοθετημένη αυτή περιοχή με καλή διάθεση.

Ο αθλητικός Καιάδας

Αν δεν ξέρεις τι εστί ΠΑΟΝΕ και σε ποιον Αστέρα έπαιζε ο Ντίνος Κούης, κατοικείς μάλλον νοτίως της Κατερίνης. Η Σαλονίκη έπαιξε φιλότιμα και για δέκα ή δεκαπέντε χρόνια το ρόλο της πανελλήνιας μπασκετομάνας, αν και τα παιδιά των ερασιτεχνικών ομάδων τίμησαν την μπασκέτα από τη δεκαετία του πενήντα.

Και τον μεν Γκάλη κανένας δεν τόλμησε να διασύρει, αν εξαιρεθούν γνωστοί και μη εξαιρετέοι μπασκετοπώλες που ο Νίκος τους χαλούσε την ομάδα (!!!), αλλά στα ποδόσφαιρα όλα ήταν διαφορετικά.

Οι τρεις ομάδες που κυριάρχησαν μετά την απελευθέρωση ήταν ο παλαιός των Ημερών Ηρακλής, η ομάδα της αγοράς Αρης και η ομάδα της Τούμπας ΠΑΟΚ.

Ο Ηρακλής γνώρισε καλές στιγμές, έχει λίγο κόσμο και θηριώδη παράδοση μεγάλων παικτών και παθιασμένης στήριξης ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων.

Ο Αρης είναι μια ιδεοληπτική ενότητα οπαδών, που πιστεύουν ότι οι ίδιοι εκπροσωπούν τη Θεσσαλονίκη. Με μήτρα το Χαριλάου, γήπεδο και γειτονιά, απ” όπου προπολεμικά οι αδελφοί Βικελίδη ξεκινούσαν τη βόλτα τους λαμπρύνοντας τα σοκάκα της συνοικίας.

Ο ΠΑΟΚ έχει λαό, εκδηλώσεις μεταξύ ήπιας επανάστασης και γλυκιάς γενοκτονίας, ευρηματικότητα συνθημάτων και ενδείξεις, ενίοτε πιστοποιημένες, μιας παραβατικής συμπεριφοράς. Ο ΠΑΟΚ έχει αυτοματική και σπασμωδική αντίδραση εναντίον όλων των υπόλοιπων ομάδων της πόλης, αλλά και του Ολυμπιακού.

Εχουν μείνει ονομαστοί οι ξυλοδαρμοί εναντίον πιστοποιημένων φιλάθλων που συνοδεύουν το «Θρύλο» εκτός έδρας. Το πιο γνωστό τέχνημα ήταν να ρωτάνε περιφερόμενους και προσεκτικούς αγνώστους «πού είναι, ρε παιδιά, αυτός ο Λευκός ο Πύργος;» και, όταν λάβαιναν την απάντηση, «δεν ξέρουμε, και μεις από τον Περαία είμαστε», έτρωγαν το ξύλο της αρκούδας.

Ο αθλητικός Καιάδας στην ουσία έχει από πίσω άκρως τεκμηριωμένη μια πραγματική ιστορία: την απόπειρα του Ολυμπιακού, το 1966, να πάρει στο ρόστερ του τον Γιώργο Κούδα, το έμβλημα και τον ήρωα της πόλης, που ανήκε στη διαχρονική ενδεκάδα των μεταφυσικών ηρώων, όπως ήταν ενδεικτικώς ο Αϊδινίου και ο Σπυρίδων.

Οι Θεσσαλονικείς ντράπηκαν που δεν μπορούσαν να διατηρήσουν καλοπληρωμένο και ευτυχή τον ήρωά τους στην πόλη, άνθρωπο που άλλαξε αρκετές δουλειές στη Θεσσαλονίκη. Τα υπόλοιπα, περί Βουλγάρων και τα «καλώς ήλθατε στην Βουλγαρία», παρέμεναν πληκτικώς προσβλητικά και πρέπει να δεχτούμε ότι γκολ εναντίον «των άλλων», ειδικά του Αρη και του Ολυμπιακού, κρύβει μια βαθιά εσωτερική μεταλλαγή που απέχει αιώνες από το φίλαθλο πνεύμα.

Ωστόσο, δούλεψε πολύ η αντιπάθεια προς το ΠΟΚ. Το ΠΟΚ ήταν μια οργάνωση ημιπαράνομη που εσήμαινε «ποδοσφαιρικός όμιλος Κέντρου» και αφορούσε κοινές δράσεις και παραγκώδη υποστήριξη διαιτητών και παραγόντων υπέρ ΑΕΚ, ΠΑΟ και Θρύλου. Ωσπου να λησμονηθεί το ΠΟΚ, ήταν γνωστή ως η «Μαύρη Χειρ», που ρήμαζε το ήθος της Θεσσαλονίκης.

Ο πολιτικός Καιάδας

Ενώ κανένα τμήμα της χώρας δεν έχει κατηγορήσει ποτέ ότι το κανάλι (η τομή της Κορίνθου) είναι σύνορο χώρας, η έκφραση «σύνορα στον Πλαταμώνα» ένα διάστημα ήταν δημοφιλής και αποτέλεσμα καφενοσυζητήσεων με αναπτυξιακά στοιχεία. Εβαζαν δηλαδή, στα Γιαννιτσά, στας Σέρρας και στην Αριστοτέλους, κάτω στρέμματα χωραφιών και τιμές υποστήριξης ροδάκινων και σπαραγγιών και κατέληγαν πως η νότια Ελλάδα τρεφόταν από τη βόρεια, άρα, σύνορα επειγόντως στον Πλαταμώνα.

Των μπαγιάτηδων η διάθεση ουδέποτε υπήρξε αποσχιστική, μήτε καν η ενδεικτικώς απειλητική που ακούς καμιά φορά σε Ιόνιους ή Κρητικούς παράξενους χαρακτήρες. Ισως επειδή η αυτονομία της Μακεδονίας υπήρξε αίτημα, διαφόρων μορφών ειλικρινείας, τόσο κατά τον Εμφύλιο, όσο και παλαιότερα, οπότε δεν επρόκειτο για χαριτωμενιά.

Εστιατόρια, κεράσματα, καλαμάκια

Μεγάλη μυθοπλασία Θεσσαλονίκης ήταν πάντα η γλωσσική. Οποιος πρόφερε παχύ το λάμδα ήτο μπαγιάτης. Οποιος δε ζήταγε σουβλάκι, αλλα καλαμάκι, ήταν γκάγκαρος. Οποιος έλεγε «ναι» και όχι «αμέ» ήταν Βόρειος. Η μεγαλύτερη αφορμή για πειράγματα ήταν το μπέρδεμα μεταξυ του «με» και του «μου». Κάνε με καφέ, αντί κάνε μου καφέ, και πάμπολλα παρόμοια.

Η προέλευση των αστεϊσμών

Αν διερευνηθεί προσεκτικά, μπορεί να αναδειχτεί το γεγονός πως «Θεσσαλονικιός», ως χαρακτήρας με τόπο προέλευσης, είναι σχετικά αναπόδεικτο χαρακτηριστικό. Τα ανέκδοτα με Εβραίους είναι πολύ περισσότερα, αφού επρόκειτο για ανθρώπους της αγοράς και από διάφορες οικονομικές πλατφόρμες.

Τα ανέκδοτα εναντίον των Ποντίων ήταν απείρως πιο κακεντρεχή και δεν είχαν κάποια σοβαρή ανθρωπολογική βάση. Γι” αυτό και πολλά «ποντιακά» ανέκδοτα έχουν προφανείς ομοιότητες με αλληλοκοροϊδίες μεταξύ Φλαμανδών και γαλλοφώνων. Η φαινομενική απάθεια και η παροιμιώδης ψυχραιμία των Βλάχων, απεναντίας, τους ταύτισε με τους μπαγιάτηδες, πράγμα όχι παράξενο, αφού κάτοχοι χανιών, ξενοδοχείων και κτηνοτρόφων ήταν κυρίως Βλάχοι.

Οι ειρωνείες των εντοπίων δεν είχαν μεγάλη διασπορά στη Θεσσαλονίκη, εκτός από το να μυθευτεί το αφιλόξενο των ανθρώπων: «λίγο νεράκι, καλέ!», «να το πηγάδ’, να κι η μούτσκα σ΄. Χώς τη μούτσκα σ΄ και πιε!». Στις βόρειες ελληνικές περιοχές οι «ψαλιδόκωλοι» (φραγκοφορεμένοι με βελάδα) και οι φουστανελάδες ή οι ντουλαμάδες δεν είχαν τη χαώδη πολιτισμική διαφορά που εμφανίστηκε στη νότια Ελλάδα.

Ωστόσο, μερικά ενδυματολογικά χαρακτηριστικά (η χρήση του χοιρινού δέρματος, τα καλπάκια) συχνά δένονταν με στερεότυπα «κομιτατζίδικης», άρα ετερόχθονος, εμφάνισης (ακόμη και ελληνικοί όμιλοι με τον τίτλο «κομιτάτα» σπανίως λέγονταν κομιτάτα).

Πριν από μισόν αιώνα, ο ένστολος με υπηρεσιακή καθαριότητα και ο σεμνός νοικοκύρης με κοστουμάκι ήταν μέρος του εθνικού ενδυματολογικού κωδικα, ενώ ο αγροτικά ντυμένος, με μάλλινες χειροποίητες «ρούχες» και ένα μαχαίρι που κρατούσε ανάμεσα στα δόντια του, ήταν ο τέλειος ανθέλλην εαμοβούλγαρος. Η παρατήρησή μου είναι αισθητικής φύσης και όχι πολιτικής.

Η σύμπηξη ενός Ελληνα του Βορρά

Καλόκαρδος. Αμείλικτα φίλος της Μακεδονίας. Εύκολος στο να χορέψει και να μιλήσει όσα εντόπικα ξέρει, αλλά από την πλευρά της εθνικής υπεροχής κι όχι συμπάθειας προς το γείτονα. Συχνά καχύποπτος με το «ποιόν» των «διαφορετικών». Σπάταλος και ανοιχτοχέρης. Περήφανος για τα στοιχεία προόδου που φέρει στο ρούχο και στη συμπεριφορά του. Πάντως ο Σαλονικιός δε διαθέτει το πρόσωπο της χαρμολύπης που εκφράζει πεντακάθαρα τον Καραμανλή, τον Κρητικό, το Ρουμελιώτη.

Του Πάνου Θεοδωρίδη

Φωτογραφία εξωφύλλου, από την ομάδα Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης

Πηγή: agelioforos.gr

Thessaloniki Arts and Culture,   http://www.thessalonikiartsandculture.gr/