Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Θεσσαλονίκη, η πρωτεύουσα των προσφύγων

loading...

Η Θεσσαλονίκη, από την απαρχή της έκρηξης του βουλγαρικού ζητήματος (εθνικές βλέψεις και εξαρχία), επί πενήντα χρόνια έως το 1922, είχε αυξηθεί πολύ, τουλάχιστον διπλασιαστεί, από αλλεπάλληλες προσφυγιές, που ήταν αποτέλεσμα ακόμη και μακρινών πολεμικών περιπετειών.



Δυο μεγάλοι διωγμοί της ανατολικής Ρωμυλίας οδήγησαν σε ανάλογες προσφυγιές, που εντέλει κατέληξαν σε οικισμούς Ρωμυλιωτών στην εκβολή του Αλιάκμονα και στην περιοχή Κουφαλίων, Καβακλή και Χαλκηδόνας. Οθωμανοί Μποσνάκοι από τη Βοσνία κατέληξαν σε μικρά, παρατημένα χωριά του κάμπου της Χαλάστρας.

Δεκάδες χιλιάδων Οθωμανοί αλλά και Σλάβοι, και κυρίως Ελληνες της Θράκης και της Μικρασίας, άρχισαν να γεμίζουν τα σαλονικιά προάστια. Σε αυτούς προστέθηκε πλήθος από τις πρόσκαιρες κατακτήσεις των Βουλγάρων στην ανατολική Μακεδονία.

Σκεφθείτε σε αυτά δύο τραγωδίες: το φοβερό πλήθος των συμμαχικών στρατευμάτων (1915-1919) και το εξοντωμένο πλήθος των πυρόπληκτων μετά το 1917. Η Θεσσαλονίκη, πρόσφατα σε ελληνικά χέρια (1912), ήταν ήδη μια προβληματική, σακατεμένη πόλη, με έντονο χωροταξικό χάος, υποψήφια παραγκούπολη. Η ανταλλαγή των πληθυσμών, που άρχισε αλλού το 1923 και μετά, στη Θεσσαλονίκη ήταν ήδη μια εικοσαετής περιπέτεια που ίσχυε ολοζώντανη.

Με την ανταλλαγή

Κανένας δεν περίμενε να ξαναγεμίσουν οι έρημες εγκαταστάσεις του συμμαχικού Στρατού, που αποδείχθηκαν ανεπαρκείς. Ανω και Κάτω Τούμπα, μαζί με την Καλαμαριά, ήταν οι βάσεις εγκατάστασης των πιο πολλών προσφύγων, από Θράκη και Μικρασία. Αλλά το κέντρο της πόλης, επίσης, κυριολεκτικά έπηξε από κόσμο. Οι μεγάλοι ναοί, οι πλατείες, μεγάλα τμήματα των συνοικιών και νέες περιοχές παράγκας κάλυψαν ανεπαρκώς τις ανάγκες πάνω από 120 χιλιάδων ανθρώπων, πολλοί από τους οποίους ήταν άρρωστοι και πολλοί χωρίς τις οικογένειές τους.

Η υποδοχή

Η κρατική υποδοχή ήταν τόσο άκεφη και ανεπαρκής, ώστε αναπληρώθηκε από τη φιλανθρωπία μέρους των πολιτών. Η φτωχή υπηρεσιακή υποδομή της πόλης, που απαρτίστηκε από παλιολλαδίτες, ήταν ελάχιστη, αλλά και χωρίς ενθουσιασμό. Ο στρατιωτικές αρχές υποπτεύονταν, ως βασιλικές και αντιβενιζελικές, το τεράστιο πλήθος όπως το έβλεπαν, όχι δύστυχων προσφύγων, αλλά φανατικών βενιζελικών ψήφων.

Ηταν, βέβαια, και η μεγάλη ποσοτικώς ελπίδα των νέων σοσιαλιστικών ρευμάτων, που δεν απογοητεύτηκαν. Μόνο που το 1922 δεν ήταν 1912, μήτε 1918. Στην Ιταλία ανέβαινε ο Μουσολίνι. Ο αντικομμουνισμός ήταν μια δρώσα και ελπιδοφόρα για τα συντηρητικά στρώματα, διαδικασία.

Ο φασισμός μπορεί να μη γνώρισε πιένες, αλλά παρέμενε μια αξιοπρεπέστατη πολιτική φωνή. Κάθε ημέρα μπολσεβικικής Ρωσίας, κάθε περιπέτεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φλόγιζε ή εξόργιζε τα πλήθη. Ετσι, ποτέ δεν υποστηρίχτηκε μια τίμια και ειλικρινής ενσωμάτωση των προσφύγων σύμφωνα με τις δικές τους ανάγκες, αλλά πάντα με άξονα την άμυνα της πόλης, της περιοχής και της χώρας σε πραγματικούς και φανταστικούς κινδύνους. Χρειαζόταν κάθε τόσο και μια «τρύπα στην κουρελού» της «αντεθνικής δράσης» και των κατά τόπους ιδεολογημάτων.

Γρήγορα η ύπαιθρος προσφυγοποιήθηκε. Καθώς ελάχιστοι πρόσφυγες ήταν κτηνοτρόφοι, οι κάμποι που αποξηράνθηκαν σε Δράμα, Σέρρας, Αγγίτη, Αμάτοβο, Γιαννιτσά, δόθηκαν σε πρόσφυγες. Φόβοι κομιτατζήδων, φόβοι προδοσίας, οδήγησαν πολλούς αστούς της Μικρασίας και της Θράκης στη Σαλονίκη και στις μακεδονικές πόλεις.

Η δική μου οικογένεια πήρε έναν προσωρινό κλήρο στο Πανόραμα, όπου εγκαταστάθηκε ο δάσκαλος του χωριού τους, της Χάρσερας, αλλά δεν άντεξε τα πουρνάρια και τα προφανώς ακαλλιέργητα μέρη από το Αρσακλή και την Καπουτζήδα. Ζήτησε και πήρε γη σε ένα χωριό ανταλλαξίμων, στο βακούφι του Εβρενός, στην Αγροσυκιά. Πρόσφυγες που πήραν αλαταριές, όπως στη Μίκρα και στη Χαλκιδική, μετάνιωναν έως βαριά το 1960, οπότε και ξεκίνησε η αγοραπωλησία της και ο τουρισμός. Εως τότε λειτουργούσαν ως μελλοθάνατοι.

Στη Θεσσαλονίκη, οι πρόσφυγες σήμαιναν δυο πράγματα. Εμφάνιση μιας νέας γενιάς αφεντικών που συνέχισαν επιχειρήσεις που πρωτοδοκίμασαν στην οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και χιλιάδων από χιλιάδες εργατών, φτηνών και προκομμένων, που έστειλαν ψηλά τις οικονομικές προσδοκίες.

Οι πρόσφυγες, με εξαίρεση καθυστερημένες οικονομικά ομάδες όπως από την κεντρική Μικρασία, έτρωγαν δύο και τρία πιάτα ποικιλία όταν ήταν στα συγκαλά τους, ήταν χορευταράδες και έκλυτοι για τα γούστα των εντοπίων και με πραγματικό πάθος για τη μουσική και τα παντρολογήματα. Με εξαίρεση τους Δυτικομακεδόνες Βλάχους, διάβαζαν και μορφώνονταν σε κάθε ευκαιρία, ενώ η εμπορική τους επιτυχία, που οφειλόταν σε τεράστιες ανάγκες που προσπαθούσαν να καλύψουν, τους έφεραν σε λίγα χρόνια στην πρωτοκαθεδρία της πολιτικής, των επιστημών και της τέχνης.

Η αντίδραση

Ως προς αυτά που τράβηξαν οι πρόσφυγες σε Αθήνα και χωριά, η Θεσσαλονίκη ονομάστηκε κατά γενική εκτίμηση φτωχομάνα. Κουτούκια, υπόκοσμος και παρανομίες ήταν σε «καλό» δρόμο, όπως και στον Πειραιά. Αλλά στη Σαλονίκη υπήρξε ένα αρνητικό πλην αποφασιστικό φαινόμενο.

Το τσατσιλίκι, ο προσφυγοπατέρας, η ελεγχόμενη ψήφος, η εκλογή αντιπροσώπων μέσω πολιτικής προπαγάνδας. Από τη Θεσσαλονίκη άρχισαν οι διαχωρισμοί, οι διακρίσεις, η συμπάθεια ή η αντιπάθεια προς τους Εβραίους, που ελάχιστα απείχε από την αντιπάθεια των εντοπίων προς τους πρόσφυγες και αντιστρόφως.

Στα πρώτα είκοσι χρόνια της συνύπαρξής τους, ντόπιοι και πρόσφυγες δε σταμάτησαν να ειρωνεύονται και να «δουλεύουν» υπογείως ο ένας των άλλον, ενώ επιφανειακά τηρούσαν όλα τα τερτίπια του πολιτισμού, τουτέστιν τα προσχήματα. Μεγαλώνοντας με βλάχικη και ποντιακή ρίζα πεπαιδευμένων γονέων (ήταν αμφότεροι δάσκαλοι), καταλάβαινα πως συχνά μια λεπτή κόκκινη γραμμή χώριζε τη νηνεμία της οικογένειας από ταραχές, λόγω ιδιοσυστασίας και ιδιοσυγκρασίας οφειλομένης σε πολιτιστικές διαφορές.

Τοπογραφικά, πάντως, για τη μεσοπολεμική Θεσσαλονίκη η βασική ισορροπία άλλαξε μόνον μετά τον πόλεμο και την έξωση-εξόντωση των Εβραίων. Εως τότε, η σαλονικιά περίμετρος ανήκε στους πρόσφυγες, ενώ υπήρχαν και μαχαλάδες από φτωχούς ανθρώπους, κυρίως Εβραίους και πρόσφυγες. Η Καλαμαριά και η Τούμπα μαζί με Τριανδρία και Χαριλάου, αλλά και οι δυτικές συνοικίες που μαζί με τους πρόσφυγες διέθεταν και μεγάλες ομάδες από εσωτερική μετανάστευση, ήταν η κύρια συγκέντρωση προσφύγων.

Η φιλοσοφία και τα επικοινωνιακά αποτελέσματα της προσφυγικής μνήμης

Οι πρόσφυγες ήξεραν να ξεχωρίζονται μεταξύ τους και να ασκούν τεράστιο έργο διακρίσεων, αλλά στους απέξω ήξεραν να μιλήσουν. Τα χωριά και οι πόλεις τους ήταν απερίγραπτα. Οι ναοί και τα μοναστήρια τους πλούσια. Η μετανάστευση, σε μέρη μαγικά και προχωρημένα. Στα δωμάτιά τους, κουρτίνες, έπιπλα και καθόλου δάπεδα χωμάτινα.

Οι λίρες πολλές, οι Τούρκοι αγαθοί. Οι συγγενείς σε ευμενείς εξορίες, οι δαντέλες τους εισαγωγής, τα φαγητά τους άφθονα. Η αίσθηση προς τους εντόπιους ότι αυτοί οι θλιμμένοι άνθρωποι που δούλευαν σκληρά, κακοντυμένοι και άρρωστοι προέρχονταν από έναν παράδεισο ή απλώς έλεγαν ψέματα, ήταν μάλλον γενική.

Αλλά όσο άρχισε η πολιτική να επικρατεί της νοσταλγίας και η εσωτερική ρήξη της Ελλάδας να αποκτά ιδεολογικά χαρακτηριστικά, ήταν σαφές ότι έπρεπε να υπάρξει βία και νεκροί στην άψητη ακόμη κοινωνία, για ενωθεί σε κοινό καμίνι.

Πηγή: agelioforos.gr

Thessaloniki Arts and Culture,   http://www.thessalonikiartsandculture.gr/