Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Ιστορίες της γιαγιάς μου για την Θεσσαλονίκη

loading...


Του Κώστα Κατσιφαράκη 

Ιστορίες της γιαγιάς μου για την Θεσσαλονίκη

ως μήτε τα γενόμενα εξ ανθρώπων το χρόνω εξίτηλα γένηται



Πρόλογος 
Η γιαγιά μου, Αλεξάνδρα Βασιλείου το γένος Φορλίδου, γεννήθηκε το 1897 στην Θεσσαλονίκη, όπου και πέθανε το 1987.
Πέρασε σχεδόν όλη της την ζωή σ' αυτήν την πόλη. Από πολύ μικρή έζησε τις «ανύπνωτες έγνοιες των μεγάλων» για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Κατόπιν, στα νεανικά της χρόνια πέρασε την αγωνία των βαλκανικών πολέμων και του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Οι περισ­σότερες από τις ιστορίες που διηγόταν, ήταν από αυτήν την περίοδο.
Τις διηγήσεις αυτές ήθελα να τις καταγράψω από πολύν καιρό. Όσο όμως ζούσε η γιαγιά μου, είχα ενδομύχως την αίσθηση ότι υπάρχουν χρονικά περιθώρια. Έτσι δεν «εύρισκα» τον απαιτούμενο χρόνο. Ο χρόνος αυτός βρέθηκε, όταν συνειδητο­ποίησα ότι κάποιες ιστορίες άρχισαν να μπερδεύονται στο μυαλό μου. Μη έχοντας πια την αρχική πηγή των πληροφοριών, περιορίσθηκα σε όσες ιστορίες θυμόμουν καλά, για να μπορέσω να αποδώσω πιστά όσα έλεγε η γιαγιά μου.
Η γιαγιά μου, που ήταν δασκάλα, στην διήγηση της χρησιμοποιούσε πολλές εκφράσεις της καθαρεύουσας. Ακόμη μεταχειριζόταν μερικές λέξεις, που σήμερα ακούγονται πολύ σπάνια, όπως: να κενώσω το φαγητό, να συγκεριάνω το γάλα, έφυγε άναυλα. Χρησιμοποίησα όσες τέτοιες λέξεις ή φράσεις μου ήρθαν αυθόρμητα καθώς έγραφα, αν και ίσως ηχούν κάπως παράξενα, όπως η φράση “φανατικός Έλληνας”.
Για να γράψω αυτές τις λίγες σελίδες, χρειάστηκα πολύ περισσότερο χρόνο απ’ όσον αρχικά υπολόγιζα. Δεν μετάνιωσα, αν και το αποτέλεσμα μου έφερε στο μυαλό μια παροιμία που έλεγε η γιαγιά μου: Βούγγηξε, βούγγηξε η θάλασσα· τι να κάνει; ένα κοχύλι.

1. Θα γίνει ελληνικόν
Ο πατέρας μου έπαιρνε εφημερίδα που ερχόταν από την ελεύθερη Ελλάδα και πίστευε πάντα ότι θα απελευθερωνόταν η Θεσσαλονίκη. Η μεγάλη μου αδελφή τον πείραζε. “Δεν πρόκειται να αφήσουν οι Μεγάλες Δυνάμεις την Ελλάδα να πάρει την Θεσσαλονίκη”, του έλεγε. “Εδώ θα έρθουν οι Αυστριακοί”. Ο πατέρας θύμωνε. “Εδώ θα γίνει ελληνικόν!”, φώναζε.

2. Τα παιδιά του χότζα
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας μέναμε δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Αθανα­σίου. Στην γειτονιά μας ζούσαν Έλληνες, αλλά και Τούρκοι. Με τους Τούρκους αυτούς γενικά δεν είχαμε προβλήματα. Μόνο ένα διάστημα είχαμε κάποια ενόχληση από τα παιδιά του χότζα, που δεν ήταν καλά κουμάσια. Πήγε λοιπόν κάποια μέρα η μητέρα στον χότζα και του έκανε παράπονα. Από τότε δεν μας ξαναενόχλησαν.

3. Ο αγάς
Η μεγάλη μου αδελφή ήταν δασκάλα. Στα χρονιά της τουρκοκρατίας δούλευε σε ελληνικό σχολείο στην άνω πόλη. Επειδή ήταν πολύ νέα, ερχόταν κάθε πρωί μια γριά επιστάτρια και την συνόδευε από το σπίτι μέχρι το σχολείο. Η επιστάτρια αυτή έμενε στο σπίτι κάποιου Τούρκου αγά, αλλά. δεν του πλήρωνε το ενοίκιο.
Ένα πρωί βλέπει η επιστάτρια τον αγά να τις περιμένει στον δρόμο. «Τα ενοίκια θα θέλει», λέει στην αδελφή μου. «Προχώρα, καλή μου και θα τον συγυρίσω εγώ». Μόλις πλησίασαν, λέει ο αγάς: «Τι θα γίνει, κυρά; Τόσα ενοίκια μου χρωστάς, πότε θα με πληρώσεις»; «Δε μου λες, αγά μου», του απαντάει η επιστάτρια δείχνοντας την αδελφή μου. «Πώς με προσβάλλεις έτσι μπροστά στην κυρία; Άμα έχω λεφτά θα σε πληρώσω, άμα δεν έχω δεν θα σε πληρώσω». Ο αγάς τα έχασε. Δεν είπε τίποτα και έφυγε.                                               ,

4. Το καντήλι τον γκιαούρη
Την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου οι Τούρκοι την είχαν κάνει τζαμί. Όμως σέβονταν πολύ τον Άγιο. Λεγόταν μάλιστα πως ο Τούρκος φύλακας του τζαμιού του άναβε κάθε βράδυ ένα καντήλι.
Λέγανε ακόμη πως ένα βράδυ ο φύλακας αυτός ξέχασε ν' ανάψει το καντήλι του Αγίου. Καθώς έπεφτε για ύπνο το θυμήθηκε, αλλά βαρέθηκε να σηκωθεί. Δεν ανάβω το καντήλι του γκιαούρη, μονολόγησε. Μόλις όμως αποκοιμήθηκε, έφαγε ένα δυνατό χαστούκι. Έντρομος τότε έτρεξε και άναψε το καντήλι.

5. Ο Ηρακλής
Γιαγιά, τι ομάδα να γίνω; Ρώτησα όταν ήμουν έξι χρονών περίπου. 
Ηρακλής, παιδί μου. μου απάντησε χωρίς δισταγμό. Ο Ηρακλής είναι η ομάδα των Ελλήνων της Θεσσαλονίκης. Ιδρύθηκε όταν ήταν ακόμα εδώ οι Τούρκοι. Έχει τα χρώματα της ελληνικής σημαίας. Όρισαν οι δικοί μας το μπλε και το άσπρο σαν χρώματα του Ηρακλή, γιατί οι Τούρκοι απαγόρευσαν αυστηρά την εμφάνιση της ελληνικής σημαίας σε δημόσιους χώρους. Είχανε λοιπόν οι δικοί μας αντί για την σημαία, το έμβλημα του Ηρακλή και το παρουσίαζαν σε όλες τις επίσημες εκδηλώσεις, στις οποίες συμμετείχαν και οι Τούρκοι. Έλεγε μάλιστα ο αδερφός μου ότι, αφού τέλειωναν οι εκδηλώσεις αυτές και έφευγαν οι Τούρκοι, οι Έλληνες μαζεύο­νταν γύρω από το έμβλημα του Ηρακλή και τραγουδούσαν τον εθνικό μας ύμνο.

6. Οι Εβραίοι
Στη Θεσσαλονίκη ζούσαν πολλοί Εβραίοι. Η περιοχή της πλατείας Αριστοτέλους μέχρι την Εγνατία ήταν εβραϊκή συνοικία. Υπήρχαν Εβραίοι πολύ πλούσιοι, αλλά και πολύ φτωχοί. Οι φτωχές οικογένειες έμεναν πολλές μαζί σε ένα σπίτι. Κάθε οικογέ­νεια είχε ένα δωμάτιο και το σαλόνι ήταν κοινό. Τα Σάββατα δεν έκαναν καμιά δουλειά. Ούτε λυχνάρι δεν άναβαν μόνοι τους, αλλά φώναζαν χριστιανούς να τους το ανάψουν.

7. Η δολοφονία τον Ασκητή
Σκληρός και αδυσώπητος ήταν, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, ο αγώνας ανάμε­σα στους Έλληνες και τους Βούλγαρους. Φόνοι γίνονταν συνέχεια στα γύρω χωριά αλλά και μέσα στη Θεσσαλονίκη. Την μια μέρα βρίσκαν νεκρό έναν Έλληνα, την άλλη έναν Βούλγαρο.
Εγώ έτυχε να δω με τα μάτια μου την δολοφονία του Ασκητή, που ήταν υπάλληλος του ελληνικού προξενείου. Ήταν παραμονή αποκριάς. Κατεβαίναμε με τις αδελφές μου την οδό Αγίας Σοφίας. Ξαφνικά ακούσαμε πυροβολισμούς. Γύρισα και είδα κάποιον να προσπαθεί να προχωρήσει με τα τέσσερα και να χωθεί στην πόρτα του ελληνικού προξενείου.
Το βράδυ μας είπε ο αδελφός μου ότι αυτός που σκοτώθηκε ήταν ο Ασκητής. Εκείνη την χρονιά δεν γιορτάσαμε την αποκριά.

8. Εθνική συνείδηση
Τα πράγματα εκείνη την εποχή ήταν τόσο μπερδεμένα, που ακόμα και οικογέ­νειες είχαν χωριστεί. Ξέραμε κάποιον που λεγόταν Ηλιού και ήταν φανατικός Έλληνας, ενώ ο αδελφός του λεγόταν Ηλίεφ και ήταν φανατικός Βούλγαρος.

9. Οι Βούλγαροι γείτονες
Τα χρόνια πριν την απελευθέρωση, το βουλγαρικό κομιτάτο έφερνε Βούλγαρους χωρικούς στην Θεσσαλονίκη και τους εγκαθιστούσε στην περιοχή που είναι ανάμεσα στις εκκλησίες του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Νικολάου. Σκοπός των Βουλγά­ρων ήταν να αποκτήσουν τοπικά πληθυσμιακή υπεροχή, για να αποσπάσουν από τους Έλληνες μία από τις δύο εκκλησίες. 
Οι χωρικοί αυτοί ήταν, στο σύνολο τους σχεδόν, άνθρωποι αγράμματοι και άξεστοι. Η οικογένεια όμως, η οποία εγκαταστάθηκε στο διπλανό σπίτι, το οποίο είχε κοινή αυλή με το δικό μας, ήταν εντελώς διαφορετική. Η γυναίκα, που λεγόταν Παρασκευή, ήταν ευγενική και μορφωμένη και ο άνδρας της είχε επίσημη θέση στο βουλγαρικό κομιτάτο. Είχαν και ένα αγόρι, αρκετά πιο μικρό από μένα, που το έλεγαν Στέφτσο.
Η Παρασκευή ήξερε ελληνικά και έγινε πολύ φίλη με την μητέρα και την μεγάλη μου αδελφή. Εγώ πάλι, έπαιζα ώρες ολόκληρες με τον Στέφτσο, που τον φώναζα Στεφανάκη. Του έμαθα μάλιστα να λέει ότι είναι Έλληνας. Μια μέρα όμως, ήρθε συγχυσμένη η Παρασκευή στην μητέρα. Αμάν, κυρία Ελένη, είπε. Πες στην Αλεξάν­δρα να μη μαθαίνει τέτοια πράγματα στο παιδί. Χθες είπε στον Βλάχοφ, τον βουλευ­τή, ότι είναι Έλληνας και εγώ δεν ήξερα που να κρυφτώ.
Μια άλλη φορά ήρθε η Παρασκευή στο σπίτι μας γελώντας. Ακούστε τι χαζός που είναι ο κόσμος, μας λέει. Πήγα στην εκκλησία με το καλό μου φόρεμα, που είναι γαλάζιο και άσπρο και τι μου είπαν μερικές: Δεν ντρέπεσαι, ελληνική σημαία ντύθηκες; Και μου έδωσαν να βάλω μια κόκκινη ζώνη.
Η μητέρα πρόσεχε πολύ να μη στενοχωρεί την Παρασκευή. Εγώ, σαν μικρή που ήμουν, δεν πολυσκεπτόμουν τι έλεγα και τι έκαμνα. Μια μέρα, λοιπόν, ανέβηκα στην ταράτσα και άρχισα να τραγουδώ ένα τραγούδι που ήταν προσβλητικό για τους Βούλγαρους. “Αλεξάνδρα, θες ψωμάκι;” ακούω αμέσως την μητέρα να μου φωνάζει πολύ γλυκά από την αυλή. Σκύβω και την βλέπω να μου γνέφει θυμωμένα να σωπάσω.

10. Ο σεισμός
Μεγάλος σεισμός, σαν του 1978, έγινε και όταν ήμουνα μικρή. Θυμάμαι μάλιστα πως μετά τον σεισμό, περνούσε τελάλης και φώναζε: «Βγείτε έξω από τα γκιβγερένια σπίτια». Εμείς πήγαμε να μείνουμε για λίγες μέρες στο σπίτι μιας συγγενούς μας, στην περιοχή Αγίας Τριάδας. Εκεί που τώρα είναι όλο πολυκατοικίες, τότε ήταν εξοχή.

11. Διασκέδαση γυναικών
Εκείνο τον καιρό η ζωή ήταν πολύ διαφορετική και η διασκέδαση, ιδίως για τις γυναίκες, ήταν πολύ περιορισμένη. Προσφιλής ψυχαγωγία για την μητέρα ήταν να πηγαίνει με τις γειτόνισσες στο Τσαούς μοναστήρι, δηλαδή στην μονή Βλατάδων. Πήγαιναν με τα εργόχειρά τους νωρίς το απόγευμα και κάθονταν μέχρι να σκοτει­νιάσει.
Το καλοκαίρι ήταν και τα μπάνια. Τότε κάναμε μπάνιο μπροστά στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Τα ήθη ήταν πολύ αυστηρά, γι’ αυτό οι γυναίκες έκαναν μπάνιο χωριστά από τους άνδρες. Υπήρχαν μάλιστα ξύλινες καμπίνες μέσα στην θάλασσα, όπου πήγαιναν οι γυναίκες, άλλαζαν και βουτούσαν κατευθείαν.

 12. « Ίχνη σγουρώματος»
Η διευθύντρια του Παρθεναγωγείου ήταν πολύ αυστηρή. Δεν μας άφηνε να φοράμε κορδελάκια ή χτενάκια και απαγόρευε αυστηρά να κάνουμε τα μαλλιά μας σγουρά, όπως ήταν τότε της μόδας. Έκανε λοιπόν κάθε πρωί έλεγχο, μήπως ανακα­λύψει «ίχνη σγουρώματος», όπως έλεγε.
Εξήντα χρόνια αργότερα, κάποιοι άλλοι διευθυντές έκαναν αυστηρό έλεγχο στο μήκος των μαλλιών των μαθητών.

13. Η περιφορά τον Επιταφίου
Την μεγάλη Παρασκευή οι Τούρκοι επέτρεπαν στους χριστιανούς να κάνουν περιφορά του Επιταφίου. Έτσι έγινε ο Επιτάφιος η σπουδαιότερη εκδήλωση κάθε χριστιανικής γειτονιάς. Η προετοιμασία κρατούσε μέρες. Οι γυναίκες αναλάμβαναν το στόλισμα. Και οι νέοι, που θα ακολουθούσαν την περιφορά, έφτιαχναν κροτίδες, βαρελότα, οργανώνονταν πραγματικά για μάχη. Όταν λοιπόν τύχαινε να συναντηθούν σε κάποιο σταυροδρόμι επιτάφιοι γειτονικών εκκλησιών, γινόταν μεγάλη φα­σαρία από τους νέους που τους συνόδευαν.
Αυτά συνέβαιναν μέχρι την απελευθέρωση. Το 1913 όμως, όταν έφθασε η Μεγά­λη Εβδομάδα, πέρασαν από όλα τα ελληνικά σπίτια Κρητικοί χωροφύλακες, με φουφούλες βράκες, και ζήτησαν να μη γίνει κανένα επεισόδιο κατά την περιφορά των Επιταφίων. Δεν ήθελαν να δοθεί αφορμή για αναταραχή στους άλλους κατοίκους της πόλης. Πραγματικά από εκείνη την χρονιά σταμάτησαν τα επεισόδια.

14. Ο Θοδωρόφ
Αφού μπήκε ο ελληνικός στρατός στην Θεσσαλονίκη, έφθασαν και οι Βούλγαροι του στρατηγού Θοδωρόφ. Θέλοντας να βάλουν πόδι στην πόλη, ζήτησαν άδεια να μείνουν για λίγες μέρες, τάχα για να ξεκουραστούν. Οι Έλληνες στρατηγοί με αφέλεια τους άφησαν. Τους έδωσαν μάλιστα για κατάλυμα μερικά δημόσια κτίρια στο κέντρο της πόλης. Όταν μαθεύτηκε αυτό, οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης κατα-στενοχωρήθηκαν. «Δεν έπρεπε να τους αφήσετε», έλεγαν στους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού. «Μα είναι σύμμαχοι μας», αποκρίνονταν εκείνοι, «θα φύγουν σε λίγες μέρες». Τόσο καταλάβαιναν τότε.
Οι μέρες έγιναν βδομάδες και μήνες, αλλά οι Βούλγαροι δεν έλεγαν να φύγουν. Η αγωνία μας συνέχεια μεγάλωνε. Ώσπου μια μέρα ακούσαμε πυροβολισμούς. Μετά από πραγματική μάχη, ο ελληνικός στρατός κατάφερε να διώξει τους Βούλγαρους από την Θεσσαλονίκη.
Σημάδια από σφαίρες της μάχης αυτής, υπήρχαν για χρόνια σε πολλά κτίρια της πόλης.

15. Οι μάχες του Κιλκίς
Οι μάχες του Κιλκίς ανάμεσα στους Έλληνες και τους Βούλγαρους ήταν πολύ αιματηρές. Συνέχεια κουβαλούσαν στην Θεσσαλονίκη τραυματίες μέσα σε άμαξες με κατεβασμένα κουρτινάκια. Τα νοσοκομεία δεν χωρούσαν, γι’ αυτό τους άφηναν στο ύπαιθρο. Όλος ο δρόμος από την Ευαγγελίστρια ως το συντριβάνι ήταν γεμάτος από τραυματίες ή άρρωστους από δυσεντερία, που θέριζε τότε τον στρατό μας.
Στην δύσκολη εκείνη περίοδο, οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης βοήθησαν όσο μπορούσαν στην περίθαλψη των τραυματιών και των αρρώστων.

16. Ο διχασμός
Όταν έγινε ο διχασμός, δόθηκε εντολή σε όλους τους βασιλικούς αξιωματικούς να φύγουν από την Θεσσαλονίκη. Ο άνδρας της αδελφής μου και μερικοί άλλοι δεν υπάκουσαν. Τους έπιασαν λοιπόν και τους φυλάκισαν σε κάτι άθλια κελιά, που δεν είχαν ούτε στρώματα για να κοιμηθούν. Η αδελφή μου τότε και μια άλλη κυρία πήγαν να διαμαρτυρηθούν στον ίδιο τον Βενιζέλο. Αυτός, αφού τις άκουσε, είπε:
—  Κυρίες μου, αύριο το πρωί οι άνδρες σας θα είναι ελεύθεροι. 
Το άλλο πρωί μεγάλη αναστάτωση επικράτησε στην φυλακή και οι κρατούμενοι κατάλαβαν ότι κάτι έκτακτο συνέβαινε. Ξαφνικά τους έφεραν στα κελιά στρώματα, αλλά δεν τα δέχθηκαν. Μετά από λίγο εμφανίσθηκε ο Βενιζέλος και τους είπε:
— Κύριοι, θέλω να πιστέψετε ότι δεν γνώριζα τίποτα για την φυλάκισή σας. Είστε Έλληνες αξιωματικοί και σας σέβομαι. Όλοι θέλουμε το καλό της Ελλάδος. Διαφωνούμε μόνο ως προς τον τρόπο που θα το πετύχουμε. Είστε ελεύθεροι.
Πραγματικά, αμέσως μετά την επίσκεψη του Βενιζέλου, τους άφησαν ελεύθε­ρους.

17. Πολιτικά πάθη
Εκείνο τον καιρό τα πολιτικά πάθη είχαν οξυνθεί πάρα πολύ. Άλλοι λάτρευαν τον Βενιζέλο και άλλοι τον μισούσαν. Η όξυνση αυτή ήταν πολύ δυσάρεστη. Μερικές φορές όμως οδηγούσε και σε ευτράπελα γεγονότα. Θυμάμαι πως σε μια βάφτιση, ο νονός ήταν βενιζελικός και ο πατέρας του παιδιού αντιβενιζελικός. Ποιο θα είναι το όνομα του παιδιού; ρωτάει ο παπάς. Βενιζέλος, απαντάει ο νονός. Τρέχουν αμέσως τα παιδιά να πουν το όνομα στον πατέρα, που, σύμφωνα με το έθιμο, περίμενε στην αυλή της εκκλησίας. Μόλις το ακούει αυτός, ορμάει μέσα στην εκκλησία φωνάζοντας: 
—  Παπά μου, θα γίνει φονικό! Άλλο όνομα στο παιδί! 
Τι να κάνει ο παπάς, άλλαξε το όνομα.

18. Η πυρκαγιά τον 1917
Το 1917, όταν ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά, που έκαψε το κέντρο της πόλης, μέναμε στην οδό Εδμόνδ Ροστάν. Ήταν τέτοια η φωτιά και τόσος ο άνεμος, που αναμμένα κομμάτια ξύλου έφθαναν μέχρι την γειτονιά μας. Οι Αγγλογάλλοι, που κατείχαν το λιμάνι, δεν έκαναν τίποτα για να σβήσουν την πυρκαγιά. Ακούσθηκε μάλιστα ότι έριχναν πετρέλαιο στην φωτιά, γιατί ήθελαν χώρο για τις στρατιωτικές τους εγκαταστάσεις.

19. Μια ιστορία του παππού μου
Ο παππούς μου, Κωνσταντίνος Βασιλείου του Ηρακλέους, πήρε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους ως έφεδρος αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Από τις ιστορίες που, πριν πολλά χρόνια, μας έλεγε, θυμάμαι αρκετά καλά μία, που σχετίζεται άμεσα με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Η ιστορία αυτή μου ξανάρθε στο μυαλό, όταν τυχαία βρέθηκα στην οδό Στρατηγού Μπραντούνα.
Όταν φθάσαμε στην γέφυρα του ποταμού έξω από την Θεσσαλονίκη, βρήκαμε τους Τούρκους οχυρωμένους στην απέναντι όχθη. Ο βασιλιάς τους ζήτησε να παρα­δοθούν, αλλά αυτοί αρνήθηκαν. Εντωμεταξύ τα χρονικά περιθώρια ήταν πολύ στενά, γιατί πλησίαζαν οι Βούλγαροι και, αν έμπαιναν πρώτοι στην Θεσσαλονίκη, η πόλη θα έμενε στα χέρια τους. Γι’ αυτό δόθηκε διαταγή στον λόχο μας να περάσει από μια άλλη γέφυρα, που βρισκόταν πιο ψηλά στο ποτάμι και ίσως δεν φυλαγόταν καλά από τους Τούρκους.
Ξεκινήσαμε με ελπίδα αλλά και φόβο. Όταν φθάσαμε, είδαμε ότι οι Τούρκοι. είχαν στήσει πολυβόλα στην απέναντι όχθη. Τότε ο λοχαγός μας, ο Μπραντούνας, μας είπε: «Θα κάνουμε έφοδο. Οι πρώτοι θα σκοτωθούν, οι δεύτεροι θα σκοτωθούν, οι τρίτοι θα φθάσουν απέναντι και θα διώξουν τους Τούρκους». Η καρδιά όλων μας σφίχθηκε. Όμως την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή πριν από την έφοδο, έφθασε καλπάζοντας ένας αγγελιαφόρος από το στρατηγείο. Οι Τούρκοι παραδόθηκαν, είπε, γυρίστε πίσω. Έτσι πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Ο Παρατηρητής"  (Τεύχος 21-22, σελ. 91-97, 1993).