Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

Αφιέρωμα: Ποιήτριες της Θεσσαλονίκης

loading...


Αφιέρωμα: Ποιήτριες της Θεσσαλονίκης


Β"Φαίνεται πια πως η Θεσσαλονίκη, παρά το συντηρητισμό και τις όποιες στρεβλώσεις της, μπορεί να στηρίξει κάποιους, νέους ιδίως, δημιουργούς, δίχως οι τελευταίοι απαραίτητα να καταφύγουν, να δοκιμαστούν και να αυτοεπιβεβαιωθούν..."














Με φρέσκια ματιά και, συχνά, αιχμηρούς υπαινιγμούς η Κούλα Αδαλόγλου βάζει βαθιά το ποιητικό νυστέρι της καυτηριάζοντας την αποθέωση της μετριότητας, τους ανούσιους ρομαντισμούς και τα ηλιοβασιλέματα, τις κοινωνικές παθογένειες και τη μικροαστική μιζέρια. Τα ποιήματά της έχουν, συχνά, πεζή μορφή, ενώ στη θεματολογία της εντάσσονται ο έρωτας, η μοναξιά, η τρυφερότητα, το πρόσωπο του θανάτου, η επιμονή της ατομικότητας «μες στην ασθμαίνουσα, τσαλακωμένη μάζα».

Στην πιο αντιπροσωπευτική της συλλογή, τη Διπλή άρθρωση, η ποιητική πρόζα του πρώτου μέρους με τους γυναικείους μονολόγους, θυμίζει αρχαία τραγωδία. «Ο έρωτας είμαι / χέρι ρακοσυλλέκτη / ανασκαλεύω ανελέητους σωρούς: / υπερσυντέλικοι και παρατατικοί / κι ούτε ένας μέλλων / Τόσο δωρικοί οι καιροί»

Η Ρούλα Αλαβέρα πρωοτοεμφανίστηκε στα γράμματα με ποιήματά της το 1963. Το συνολικό της έργο αποτελεί μια από τις πιο προωθημένες όψεις του ελληνικού ποιητικού μοντερνισμού και συγγενεύει ως προς τη γλώσσα και τις νοοτροπίες με τους ποιητές της γενιάς του ’70. Η ποίηση της Αλαβέρα είναι αντιλυρική αλλά έντονα αισθησιακή. Η αίσθηση που μένει στον αναγνώστη είναι εκείνη του σπαραγμού της έκκεντρης μορφής, που γενικά έχει ο σύγχρονος κατακερματισμένος κόσμος. «Το μέταλλο που φοβάσαι το κρατώ στο χέρι μου / κι έχεις δίκιο να φοβάσαι το χέρι μου / Οπλίσου πιο γερά εσύ / εγώ έμαθα να πεθαίνω»

Αν κάποιο στοιχείο είναι ορατό και ευδιάκριτο στην ποίηση της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου, αυτό είναι η απόπειρά της να αντιστρέψει εξ ολοκλήρου την πραγματικότητα, με φυσικό επακόλουθο την ποιητική δημιουργία. Ποιήματα ολιγόστιχα, υπαινικτικά, καλά δουλεμένα, που υπονομεύουν τον ρεαλισμό, τολμηρή εικονοποιία, ένας άλλος κόσμος που ελαφριά τη καρδιά αφορίσαμε, επιστρέφει με χρώματα και εικόνες, μας συνεπαίρνει και μας απογειώνει. «Χαϊδεύω το άγραφο χαρτί / και περιμένω / ποιος απ’ τους δυο μας / θα ριγήσει πρώτος»

Η Μαρία Αρχιμανδρίτου, που την παρακολουθώ από την ποιητική συλλογή της «Ήχος μόνος» (1990, τα τραμάκια) είναι στοχαστική, ευαίσθητη και ενσυναισθητική στην ποίησή της. Εκφράζει υπαρξιακές αγωνίες, επικεντρωμένη συχνά σε πανανθρώπινα θέματα, όπως η σχέση μας με τον χρόνο, τον άλλο, τη μνήμη, τη γραφή. Παρότι η ποίηση είναι μια μοναχική περιπέτεια, προσπαθεί να εκφράσει ένα συλλογικό εμείς, και το κατορθώνει αυτό με πειστικό τρόπο. «Μικρά αποδημητικά / άσπρα μου ονόματα οι άδειες λέξεις / νικήθηκαν σε πόλεμο σώμα με σώμα / μες στης μιλιάς τα χαρακώματα»

Το πρώτο μέρος του ποιητικού έργου της Μαρίας Γούναρη, που περιλαμβάνει τρεις συλλογές και φέρνει τον γενικό τίτλο «Τριλογία», είναι αφιερωμένο στη μνήμη της μονάκριβης νεαρής κόρης της. Στίχοι ελεγειακοί, επηρεασμένοι από την ελληνική μυθολογία, τη λαϊκή παράδοση και το δημοτικό τραγούδι, με στοιχεία παγανιστικά. Στη δεύτερη ποιητική της τριάδα, με τον γενικό τίτλο «Συλλογές», υπάρχει μια τάση αποστασιοποίησης από το προσωπικό της βίωμα, με διάθεση φιλοσοφικής σπουδής πάνω σ’ αυτό. «Η ουσία σου πιο δυνατή / απ’ την απουσία σου. / Πιο άυλη η σάρκα μου / απ’ την ψυχή μου»

Στην Ιφιγένεια Διδασκάλου ο ποιητικός λόγος είναι λυρικός, συχνά ρομαντικός. Αποπνέει έντονο συναισθηματισμό και βαθιά αγάπη και νοσταλγία για τον τόπο καταγωγής της. Το 1977 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για την πολυετή λαογραφική και πολιτιστική της προσφορά στον βορειοελλαδίτικο χώρο.

Η Καλλιόπη Εξάρχου είναι επίκουρος καθηγήτρια θεατρολογίας στο τμήμα Γαλλικής γλώσσας και φιλολογίας του ΑΠΘ. Με σεμνότητα και νηφαλιότητα σκάβει βαθιά στο προσωπικό της ορυχείο, γράφοντας ποιήματα για τον έρωτα, την κοινωνία, τα χαλάσματα της μνήμης, την ποιητική δημιουργία. «Ανατρέπει / ο έρωτας / έτσι πράττει πάντα / ο ιερουργός των μύθων και των παραμυθιών / υπονομεύει την ευταξία / του προφανούς»

Η Βικτωρία Καπλάνη ανήκει στην ποιητική γενιά του ’80, έχοντας τρεις συλλογές μέχρι τώρα στο γυλιό της. Ο κριτικός Βαγγέλης Χατζηβασιλείου γράφει πως: «Δοκιμάζει την τακτική της ειρωνικής χρήσης των δισσών λόγων. Ονομάζοντας την ανθρώπινη συνθήκη δύο φορές, με το βλέμμα της να προέρχεται από δύο αντικριστές σκοπιές, καταλήγει όχι στην αντιβολή ή στην αντιπαράθεσή τους, αλλά σε μια όλως ιδιότυπη ανασύνθεσή τους» «Δεν φοβάσαι απόψε το σούρουπο / κατοικείς επιτέλους στο όνειρο // αγάπη / το διαμπερές τραύμα μιας λέξης»

Αν κάτι διακρίνεται έντονο στην ποίηση της Μαρίας Καραγιάννη, είναι το σκοτεινό συναίσθημα εγκλεισμού, από το οποίο είναι διαποτισμένοι οι στίχοι της. Στην ποίηση της υπάρχουν εικόνες αποκαλυπτικής δύναμης, ενώ το κακό, συχνά, δεν εξορκίζεται και δρα υπονομευτικά, διαβρώνοντας ανθρώπους και συνειδήσεις. Στο «Ο γυρολόγος της ερήμου» είναι συγκεντρωμένα ποιήματά της από το 1989 έως το 2007. «Μονάχος ήταν ο νεκρός / κι έτσι τον θάβεις μόνος;»

Χαρακτηριστικό της ποίησης της Μαρίας Καρδάτου η εσωστρέφεια και η αξιοποίηση προσωπικών βιωμάτων. Λιτός λόγος, εικόνες καθημερινότητας, η Θεσσαλονίκη ως φόντο και μια αίσθηση απώλειας γι’ αυτό που είχαμε κάποτε δικό μας και που πια δεν υπάρχει. «Να περνάς ανάμεσα / από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη / με το αδιόρατο χαμόγελο / μιας ήττας / που την μετέτρεψες σε νίκη»

Στα ποιήματα της Κατερίνας Καριζώνη η προσωπική και η ιστορική μνήμη δημιουργούν, ανακυκλούμενες, μια ενιαία ελεγειακή αίσθηση του ρέοντος χρόνου. Έντονος ο παραμυθικός χαρακτήρας των ποιημάτων της με τη χρήση φαντασιακής ζωολογίας και φυτολογίας. Την Καριζώνη, που ξεκίνησε ως ποιήτρια, φαίνεται πως την κέρδισε η πεζογραφία, και δη το μυθιστόρημα, ωστόσο το συνολικό ποιητικό της έργο είναι σημαντικό. «Περαία-Μπαξές-Αγία Τριάδα / χώρες των παιδικών μου χρόνων σιωπηλές / ζωγραφισμένες με ξυλομπογιές κοντά στη θάλασσα, / χωρίς σκιές / μες σε τετράδια εικοσάφυλλα, λιωμένα»

Η ποίηση της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου φέρνει γόνιμη επίδραση από το έργο της Ζωής Καρέλλη. Είναι βαθιά στοχαστική για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Ο ποιητικός της λόγος είναι χαμηλόφωνος, συγκρατημένα συναισθηματικός και λυρικός. Η Κ. Α. επιδιώκει να αποκαλύψει με την ποίησή της τη δραματική πλευρά της ζωής, που δεν είναι παρά το τραγικό νόημα της ανθρώπινης μοίρας. Ο παράδοξος ενεστώτας «είναι» στους ωραίους στίχους της «γιατί οι πιο φιλόξενοι, οι πιο αισθηματίες / είναι οι πεθαμένοι στους μπαξέδες», δίνει δράση και πνοή στον πεθαμένο γείτονα του ποιήματος, φανερώνοντας περίτεχνα τη νοερή επικοινωνία ζώντων και πεθαμένων, θεματολογία ιδιαίτερα προσφιλή τόσο στους πεζογράφους όσο και στους ποιητές αυτής της πόλης.

Η Άννυ Κουτροκόη υπήρξε ταχτική συνεργάτης της Νέας Πορείας. Γράφει ποίηση χαμηλόφωνη, διακριτική, με κοφτό, συχνά ασθματικό στίχο. Στο «Ώχρα υπόκοσμη», την καλύτερη ώς τώρα δουλειά της, σκιτσάρει με τέχνη τη φθορά του έρωτα, τη μοναξιά, «τις κάθετες πληγές πάνω στο σώμα της ζωής». Συχνά μια πικρή διαπίστωση ή μια βαθύτερη συνειδητοποίηση αποτελούν το επιμύθιο των τελευταίων ποιημάτων της. «Με γράμματα ψιλά γράφεται τ’ όνομά μας / στης ύπαρξης το ιερό βιβλίο»

Η Έλσα Κορνέτη, όπως και η Κουτσουμπέλη και η Καριζώνη, δανείζεται σε πολλά της ποιήματα μοτίβα και στοιχεία από τα παραμύθια. Η αλληγορία, ο υπαινιγμός αλλά και ο σαρκασμός, συχνά διατρέχουν την ποίησή της. Επίσης δείχνει αξιοπρόσεκτη ικανότητα στο μικρό ποίημα, που συγγενεύει με το επίγραμμα. Για την Κορνέτη σχολίασε ο Γιώργος Μπλάνας: «Η αμεσότητα του βιώματος δεν χρειάζεται σε μια ποιήτρια που μπορεί να δημιουργήσει πραγματικότητες και όχι να σχολιάσει ή να φιλοσοφήσει το υπάρχον» «ο εγωιστικός έρωτας / Δεν δίνεις τίποτα / Δεν παίρνεις τίποτα / Η πιο επικερδής συναλλαγή»

Η Χλόη Κουτσουμπέλη βρήκε γρήγορα τον βηματισμό της και εξελίχτηκε σε σημαντική ποιήτρια, με αποκορύφωμα την πρόσφατη δουλειά της «Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς». Στα περισσότερα ποιήματά της ο τόπος είναι απροσδιόριστος, ενώ ο χρόνος φαντάζει διεσταλμένος όπως στους μύθους και στα παραμύθια. Ψηλαφεί, συχνά, το δίπολο αρσενικό-θηλυκό, εστιάζοντας στην ανδρική φύση. Η γραφή της διαθέτει φαντασία, τολμηρή εικονοποιία, ενώ δεν λείπουν και οι ψυχαναλυτικές προεκτάσεις. Πιο ενδιαφέρουσα πτυχή των ποιημάτων της, η ερωτική. (παλιές συμμαθήτριες) «Με ξεσκισμένες σάρκες και γυμνά φτερά / μικροί καθρέφτες των ρυτίδων μου / πόσο ακόμα ως το τέλος;»

Στην ποίηση της Εύας Λιάρου-Αργύρη υπάρχουν συχνές αναφορές σε μυθολογικά πρόσωπα ή σύγχρονους ποιητές και μουσικούς. Είναι ενδιαφέρουσα και λεπταίσθητη η αναψηλάφηση των προσωπικών της στιγμών και συναισθημάτων, ωστόσο, συχνά, ένας έντονα ναρκισσιστικός απόηχος, που μένει από το δημιούργημά της, αδικεί τον κόπο και τις προθέσεις της. «Μία άλλη ανάσταση / Ανάστα ψυχή μου ανάστα / Μία στιγμή Και ιδού εγώ / από αμνός ξαναγίνομαι λύκαινα»

Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου είναι βαθιά υπαρξιακή ποιήτρια, που στη γραφή της συνεχίζει την παράδοση σημαντικών ποιητριών της πόλης. Κορυφαία, κατά τη γνώμη μου, ποιητική της στιγμή, η συλλογή «Όροφος μείον ένα», ένας σπαρακτικός ποιητικός επικήδειος στον αγαπημένο της πατέρα, αλλά και μια εναγώνια απόπειρα ερμηνείας του μυστηρίου της ζωής και του θανάτου. Με την τελευταία της συλλογή, «Το επιδόρπιο», στην ήδη έντονη δραματικότητα της ποίησής της, προστίθενται ειρωνεία, σαρκασμός και θεατρικότητα, δίχως οι στίχοι της να απολέσουν τον σωστό τους τόνο και τη μουσικότητα που τους διακρίνουν. «Όμως σιδηρουργείο η ζωή / και βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη / όταν σε αίθουσες αναμονής ηλεκτρικές / αδύναμα κορμιά κρέμονται στους καλόγερους / και πανωφόρια αδειανά / μπαίνουν ν’ ακτινοβοληθούν»

Τα ποιήματα της Ελένης Μερκενίδου απηχούν την αρχαιομάθεια και τον φιλοσοφικό στοχασμό της. Η θεατρικότητα, η ηθελημένη απαισιοδοξία, η τραγικότητα, οι μεταφυσικές ανησυχίες, ο ώριμος συναισθηματισμός, ο έντονος ρυθμικός λόγος, ο συμβολισμός, αποτελούν χαρακτηριστικά της ποιητικής της γραφής. «Βράδυ πρωί βαθύτερα / βουλιάζουν στο δικό μου / βυθό ανένδοτο / με τους κρουνούς της μνήμης / βρυχώνται, βρέμουν, βρέχονται / οι δύσκολοι νεκροί»

Απ’ τις πιο αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις του κύκλου της Διαγωνίου είναι η Αλεξάνδρα Μπακονίκα. Το πεζολογικό στοιχείο είναι έντονο στα ποιήματά της, στα οποία, συνήθως, υπερτονίζεται το δραματικό συναίσθημα του ανολοκλήρωτου ή φευγαλέου έρωτα. Παρότι είναι κατεξοχήν ερωτική ποιήτρια, η ματιά της σε ζητήματα καθημερινότητας, κοινωνικής παθογένειας ή σκιαγράφησης προσώπων και χαρακτήρων είναι εξίσου ενδιαφέρουσα. Μπορεί το μοτίβο των ποιημάτων της να είναι γνωστό και αναμενόμενο, ωστόσο η ίδια έχει πάντα κάτι καινούριο να μας αποκαλύψει. «Σε εγρήγορση βρίσκομαι / να εντοπίσω, να πετάξω από τους στίχους μου / μελοδραματισμούς, ασάφειες και μισές αλήθειες»

Η ποίηση της Σόνιας Πυλόρωφ-Σωτηρούδη είναι χαμηλόφωνη, ενδοσκοπική, με την αντίθεση σκότους-φωτός να κυριαρχεί σε πολλά της σημεία. Στίχοι για σιωπηλές κάμαρες και τυφλούς ανέμους. Παράλληλα, έντονη αναζήτηση, μέσα από το ποιητικό παιχνίδι, μιας καινούριας ρότας στη ζωή μας. «Άραγε μέσα σε τόση / Ερήμωση / Ποιο θάναι το πρώτο / Συναίσθημα / που θα δεχτεί / Να με κατοικήσει»

Η Ζωή Σαμαρά, εκτός από ποιήτρια, είναι και μελετήτρια της παγκόσμιας λογοτεχνίας, θεατρολόγος και πανεπιστημιακός. Αξονική σημασία στο ποιητικό της έργο έχουν οι αρχαιοελληνικοί και οι βιβλικοί μύθοι, όπως και τα διαχρονικά αρχέτυπα, δημιουργώντας μια αίσθηση τελετουργίας στην έκφραση του ποιητικού της λόγου. Παράλληλα, σε αρκετά της ποιήματα, διακρίνεται έντονο το κοινωνικό στοιχείο, με αναφορές σε σύγχρονα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα της εποχής μας. Στο συγκινητικό αλλά και βαθιά βιωματικό ποίημά της 21/11/1991, η Σαμαρά αγγίζει σε σπαραγμό και οδύνη σπουδαία έργα της ποίησης με συναφή θεματολογία, όπως «Ο τάφος» του Παλαμά και «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου. «Σκάβω βαθιά μέσα στην / πέτρα / μ” αυτά τα χέρια / που αύριο / κληρονομούν / την ακινησία της // γράφω»

Η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου δίδαξε σε πολλά σχολεία Σχηματική ποίηση (ιδεόγραμμα), με το οποίο ασχολήθηκε και η ίδια συστηματικά. Την ποίησή της, που κατά βάση είναι ερωτική, τη διακρίνει ένας διάχυτος λυρισμός. Η Χλόη Κουτσουμπέλη σχολιάζει για τη συλλογή «Αποικία κοχυλιών». «Ποιήματα ερωτικά, εμπύρετα, αισθαντικά, κινητοποιούν τις αισθήσεις μας και τις οξύνουν. Παντού ελλοχεύει ο πόνος της φθοράς, μικροί καθημερινοί θάνατοι, η σοδειά του τίποτα, μια φλεγόμενη μοναξιά». «Μόνο οι λέξεις σου / αποικία κοχυλιών από ασήμι και φως / στο βυθό της καρδιάς μου αρμενίζουν»

Η Χαρά Χρηστάρα γράφει ποίηση γεμάτη υπόγειους βρυχηθμούς και σιωπές ανθρώπων που αναζητούν τα όριά τους. Ποίηση με εσωτερικές βυθίσεις και ανέλπιστες σωτηρίες της ψυχής και του σώματος. Κατά τον κριτικό Αλέξη Ζήρα «όλη η ποίηση της Χρηστάρα είναι αφιερωμένη στο πένθος που αισθάνεται η ύπαρξη, αδυνατώντας να ισορροπήσει τον μέσα και τον έξω κόσμο της» «Ανασηκώνω τα μάτια / κι αναζητώ μια χαραμάδα φως / ν’ ανάψει πάλι η φλόγα μου ´ / ας είναι απροσδιόριστη και χαμηλότονη, / αρκεί ωστόσο ζωντανή».

Θα κλείσω την αναφορά στα πρόσωπα της πόλης, αναφέροντας τρία ακόμη ονόματα, που δεν είναι ενταγμένα στην ΕΛΘ. Ξεχώρισα την ολιγογράφο ποιήτρια Ολυμπία Σταύρου, που γράφει σύντομα βιωματικά ποιήματα, ακολουθώντας τον κανόνα της Διαγωνίου, και τις πρωτοεμφανιζόμενες: Κατερίνα Καραγιάννη (γίνεται συχνά στη γραφή της τολμηρή και αθυρόστομη, δίχως να χάνει, πάντως, την τρυφερότητά της) και Ιωάννα Μουσελιμίδου (η ποίησή της διακρίνεται από έναν πολύ διακριτικό και ισορροπημένο λυρισμό)

Επισημάνσεις-σκέψεις-συμπεράσματα:

1) Το γυναικείο ποιητικό δυναμικό της πόλης φαίνεται πως είναι εναρμονισμένο, κυρίως, με τους δύο ποιητικούς άξονες που χάραξαν στη συνολική ποίηση της πόλης ο Καβάφης με τον Καρυωτάκη, και δευτερευόντως με καθαρά λυρικές ατραπούς. Γι’ αυτό, τα ερωτικού ή κοινωνικού τύπου ποιήματα υπερτερούν στη συνολική έως τώρα παραγωγή. Βέβαια, να μην ξεχνάμε πως, όλο αυτό δεν είναι ένα ξεκομμένο πράγμα, αλλά μια συνέχεια που έχει ρίζες και πηγές σε σπουδαίους ποιητές και ποιήτριες που έφυγαν από τη ζωή (Αναγνωστάκης, Ιωάννου, Ασλάνογλου, Κύρου, Θέμελης, Βαρβιτσιώτης, Καρέλλη), αλλά και σε ζώντες (Χριστιανόπουλος, Μάρκογλου, Νικηφόρου, Αγαθοπούλου)

2) Και στα πιο αδύνατα ποιήματα υπάρχει, έστω στοιχειωδώς, λιτότητα έκφρασης, σαφήνεια, εσωτερικότητα και αναγνωρίσιμη ποιητική δομή, λιγότερο ή περισσότερο άρτια δεν έχει τόση σημασία.

3) Σπάνια έως καθόλου να συναντήσουμε παλαμικούς απόηχους με την έννοια των υψιπετών συλλογισμών, της έντεχνης ρητορείας, της ιδεοληψίας, των καλολογικών στοιχείων ή της ομοιοκαταληξίας στις Θεσσαλονικιές ποιήτριες. Τέτοια στοιχεία, βέβαια, θα συναντήσουμε σε παραλογοτέχνες της πόλης. Επίσης πολύ σπάνια να συναντήσουμε παρωχημένα ποιητικά στερεότυπα άλλων εποχών.

4) Το ιδεολόγημα της ελληνικότητας που «έπιασε» στην Αθήνα και καλλιεργήθηκε και γιγαντώθηκε με τη γενιά του ’30 και τους απόγονούς της, εξ αρχής δεν βρήκε πρόσφορο έδαφος στη Θεσσαλονίκη και συνολικά στη λογοτεχνία της. Έτσι, σπάνια να συναντήσουμε ποιήτριες που να το εκφράζουν.

5) Στις ποιήτριες της Θεσσαλονίκης δεν θα βρούμε –τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό– γλυκερούς συναισθηματισμούς, υπέρμετρη εξωστρέφεια και ανούσιο, ανέξοδο λυρισμό, αυτό που εσφαλμένα και κάπως υποτιμητικά επικράτησε να λέγεται «γυναικεία γραφή». Οι ποιήτριες της πόλης, κατά κανόνα, αποφεύγουν αυτούς τους σκοπέλους.

6) Η θεματολογία των ποιητριών της πόλης ποικίλει. Το παρελθόν, η μνήμη, η παιδική ηλικία με την αγνότητα αλλά και με τα τραύματά της, η πόλη του χθες και του σήμερα, η νοσταλγία για αχάλαστες εποχές, ο θάνατος, η οδύνη της απώλειας αγαπημένων προσώπων αλλά και η νοερή επικοινωνία μαζί τους, η καθημερινότητα, οι ματαιώσεις των ανθρώπινων σχέσεων, η προσέγγιση του άλλου, η διαφορετικότητα, η ποιητική αγωνία, η αποξένωση ως απόρροια του σύγχρονου τρόπου ζωής αλλά και η χαρά της ίδιας της ζωής, ο έρωτας σε όλες τις εκφάνσεις του, κάποια από τα αγαπημένα θέματα των ποιητριών.

Ως εκ τούτου, δεν έχει νόημα μια ταξινόμηση παλιού τύπου (και παλιών σκοπιμοτήτων), σε ερωτικό, υπαρξιακό, λυρικό ή κοινωνικό τομέα, αφού, με εξαίρεση δυο-τρεις πολύ χτυπητές περιπτώσεις (π.χ. Μπακονίκα), οι παραπάνω τομείς εμπλέκονται και διασταυρώνονται στο έργο των δημιουργών, σχηματίζοντας αδιάρρηκτη ποιητική ολότητα.

7) Υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ποιητριών της πόλης μας που εμπνεύστηκαν και έγραψαν ποιήματα (ή και ολόκληρες συλλογές) από τον θάνατο στενά συγγενικών αγαπημένων προσώπων. Επίσης, σχεδόν οι μισές ποιήτριες που προανέφερα (ανεξαρτήτως ύφους και τεχνοτροπίας), έχουν γράψει ποίημα ή ποιήματα για τη μητέρα ή τον πατέρα τους. Εδώ να υπενθυμίσω πως η νοερή επικοινωνία ζωντανών και πεθαμένων, που χαρακτηρίζει τη συνολική λογοτεχνία της πόλης μας, έχει τις ρίζες της στη ρομαντική παράδοση.

8) Η πόλη της Θεσσαλονίκης είναι έντονα παρούσα στο έργο αρκετών ποιητριών. Πολύ εύστοχα η Καριζώνη (και η Μαρία Αρχιμανδρίτου, στον πρόλογό της) το επεσήμαναν στην εισαγωγή της ανθολογίας ΤΟ ΘΗΛΥΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, μιλώντας για την υγρασία, το ομιχλώδες τοπίο, το θαλασσινό φως, τη μοναξιά και την εσωστρέφεια, στα οποία υποβάλει η πόλη τους δημιουργούς της. Εδώ, θα ήθελα να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Λέγοντας επίδραση της πόλης στο έργο ενός δημιουργού, δεν εννοούμε τις απλές αναφορές σε πάσης φύσεως τοπωνύμια, δρόμους, περιοχές ή μνημεία, αλλά ένα οργανικό δέσιμο ανάμεσα στην πόλη, την ιδιοσυγκρασία του δημιουργού και το έργο του. Πάντως, η επίδραση της πόλης, ή τουλάχιστον η ανάγκη να εκφραστεί και να ενταχθεί αυτή στην ποίηση, ολοένα και λιγοστεύει ή εκλείπει παντελώς στις νέες γενιές, στις πιο φρέσκιες, σημερινές ποιητικές φωνές, κι αυτό –κατά τη γνώμη μου– είναι δικαιολογημένο, θεμιτό και υγιές.

9) Κάποια παλιότερα λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης αποτέλεσαν φυτώρια, απ’ τα οποία αναδείχτηκαν ποιητικές φωνές που συνεργάστηκαν με αυτά τα έντυπα, και εναρμονίστηκαν με το αισθητικό τους κλίμα. Παράλληλα, οι εκδότες αυτών των περιοδικών τύπωσαν τις πρώτες δουλειές αυτών των ποιητριών.

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις η «Διαγώνιος» του Ν. Χ. που ανέδειξε την Μπακονίκα, και η «Νέα Πορεία» του Τηλ. Αλαβέρα, όπου τύπωσαν η Αγαθοπούλου (που τύπωσε πάντως και στη Διαγώνιο), η Αλαβέρα, η Χρηστάρα και άλλες ποιήτριες. Σήμερα, τα περιοδικά της πόλης (χωρίς να θέλω να μειώσω την ποιότητά τους ή την αντοχή τους στον χρόνο), δεν λειτουργούν όπως παλιά, δηλαδή ως φυτώρια και εφαλτήρια για να αναδειχθούν νέες φωνές συγκεκριμένης αισθητικής και λογοτεχνικής κατεύθυνσης, αλλά ως φανταχτερή βιτρίνα ανόμοιων υφολογικά δημιουργών, ποικίλων και αντικρουόμενων λογοτεχνικών ρευμάτων και τάσεων. Αυτό, εννοείται πως ούτε το επικροτώ ούτε το κατακρίνω. Απλώς επισημαίνω τη διαφορά αντίληψης των πραγμάτων από κάποιους σημερινούς εκδότες, σε σύγκριση με παλιότερους.

Πού το πάει η ποίηση;

Φαίνεται πια πως η Θεσσαλονίκη, παρά το συντηρητισμό και τις όποιες στρεβλώσεις της, μπορεί να στηρίξει κάποιους, νέους ιδίως, δημιουργούς, δίχως οι τελευταίοι απαραίτητα να καταφύγουν, να δοκιμαστούν και να αυτοεπιβεβαιωθούν στο χωνευτήρι της Αθήνας. Στη Θεσσαλονίκη γράφεται ποίηση, συχνά καλή ποίηση, κάποιοι μικροί εκδοτικοί οίκοι ξεπήδησαν και την ενισχύουν με μεράκι, γίνονται συχνά ενδιαφέρουσες ποιητικές εκδηλώσεις και παρουσιάσεις, το σκηνικό πάει να αλλάξει. Σ’ αυτό, παίζουν θετικό ρόλο και κάποια blogs ή ιστοσελίδες του διαδικτύου, που ενισχύουν την προβολή και τη διάδοσή της.

Ο κανόνας των δώδεκα ποιητών της πόλης (επιλεγμένοι σαν τους δώδεκα ψαράδες-μαθητές του Ιησού), απροσπέλαστους και αμετακίνητους στο βάθρο τους, ο ύπουλος μύθος της «ερωτικής» Θεσσαλονίκης, η γραφικότητα, οι ποιητικές και πεζογραφικές σχολές, έχουν προ πολλού κάνει τον κύκλο τους. Βέβαια, είναι πολύ νωρίς να μιλάμε για «ποιητική άνοιξη», «νέα εποχή» και άλλα ηχηρά παρόμοια, απλώς διαπιστώνεται μια ελάχιστη ποιητική αυτονομία, που, φαίνεται, στηρίζεται και από το ντόπιο αναγνωστικό κοινό.

Αυτό που κυοφορείται, πάντως, θέλει χρόνο για να μας δείξει προς τα πού θα κατευθυνθεί, αν θα πετύχει ή αν θα μείνει έωλο, στα μισά του δρόμου. Η αλήθεια είναι πως η ποίηση, παρότι πράξη κοινωνική και πολιτική, ευτελίζεται, αποδυναμώνεται και χάνει τον στόχο και τον προσανατολισμό της, αν κατέβει στους δρόμους (χρησιμοποιώ ένα τσιτάτο των ημερών)– το πιο πιθανό είναι να φρακάρει, κάπου στο κέντρο, λόγω κάποιας καθημερινής πορείας ή διαδήλωσης κάποιας απίθανης τοπικής συντεχνίας.

Από την άλλη πάλι, ο ποιητής –και, εν προκειμένω, οι ποιήτριες– δεν μπορεί να μένουν εσαεί κλεισμένες σε έναν γυάλινο πύργο, έξω από την εποχή τους και τις ανάγκες της, νοσταλγώντας εκ τους ασφαλούς και ιδιωτεύοντας. Την ώθηση, τη νέα πνοή, το νέο όραμα, ίσως το δώσει μια σύνθεση, μια συνισταμένη των παραπάνω αλληλοσυγκρουόμενων τάσεων. Εξωστρέφεια, λοιπόν, και άνοιγμα στην κοινωνία, δίχως όμως να διαταραχτεί η εσωτερικότητα και ο προσωπικός χαρακτήρας του έργου τού εκάστοτε δημιουργού.

Στροφή σε νέες συλλογικότητες, δίχως να διασαλευτεί στο ελάχιστο η ατομικότητα και η ποιητική οντότητα και ιδιοπροσωπία «μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου». Δύσκολα πράγματα, θα μου πείτε. Τη λύση, την ώθηση, το όραμα, πιστεύω πως θα τα δώσει η ίδια η εποχή μας. Οι ποιητές, άνθρωποι ευφυείς και ευαίσθητοι, θα αναγνώσουν με προσοχή τις ανάγκες των καιρών, θα ερμηνεύσουν σωστά τις νέες συνθήκες, θα εμβαθύνουν στο νέο τοπίο και θα πράξουν ανάλογα.

Πηγές:
ΛΕΞΙΚΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, εκδ. Πατάκη
ΤΟ ΘΗΛΥΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ερωδιός, Θεσσαλονίκη, 2007
GOOGLE
BIBLIONET
Blog «Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται», του Τόλη Νικηφόρου
Βιβλία των ποιητριών

Κείμενο: Παναγιώτης Γούτας

(Το κείμενο του Παναγιώτη Γούτα αποτέλεσε εισήγηση στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών του ΑΠΘ με θέμα το σημερινό γυναικείο ποιητικό δυναμικό της Θεσσαλονίκης. Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μια τηλεγραφική αποτύπωση του έως τώρα έργου κάποιων ποιητριών της πόλης. Στο δεύτερο, παρατίθενται κάποιες γενικές επισημάνσεις, σκέψεις και συμπεράσματα.)

Πηγή: fractalart.gr

Thessaloniki Arts and Culture,   http://www.thessalonikiartsandculture.gr/